απελεύθερος


απελεύθερος
-η, -ο
αυτός που ελευθερώθηκε από δούλος που ήταν.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀπελεύθερος — restored to freedom masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απελεύθερος — O δούλος που γινόταν ελεύθερος κατά την αρχαιότητα. Στην αρχαία Αθήνα, ένας δούλος μπορούσε να απελευθερωθεί από την ίδια την πολιτεία, από τον κύριό του ή με διαθήκη του τελευταίου και, τέλος, εξαγοράζοντας o ίδιος την ελευθερία του. Στη νέα του …   Dictionary of Greek

  • ἀπελευθέραις — ἀπελεύθερος restored to freedom fem dat pl ἀπελευθέρα restored to freedom fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελευθέρης — ἀπελεύθερος restored to freedom fem gen sg (epic ionic) ἀπελευθέρα restored to freedom fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελευθέροις — ἀπελεύθερος restored to freedom masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελευθέρου — ἀπελεύθερος restored to freedom masc gen sg ἀ̱πελευθέρου , ἀπελευθερόω emancipate imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀπελευθερόω emancipate pres imperat act 2nd sg ἀπελευθερόω emancipate pres imperat act 2nd sg ἀπελευθερόω emancipate imperf ind …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελευθέρους — ἀπελεύθερος restored to freedom masc acc pl ἀ̱πελευθέρους , ἀπελευθερόω emancipate imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀπελευθερόω emancipate imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) ἀπελευθερόω emancipate imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελευθέρων — ἀπελεύθερος restored to freedom masc gen pl ἀ̱πελευθέρων , ἀπελευθερόω emancipate imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱πελευθέρων , ἀπελευθερόω emancipate imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀπελευθερόω emancipate imperf ind act 3rd pl (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελευθέρῳ — ἀπελεύθερος restored to freedom masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελεύθεροι — ἀπελεύθερος restored to freedom masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)